απρόσοδος

απρόσοδος
ος , ον неприбыльный, нерентабельный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "απρόσοδος" в других словарях:

  • ἀπρόσοδος — without approach masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απρόσοδος — η, ο (AM ἀπρόσοδος, ον) νεοελλ. αυτός που δεν αποφέρει εισόδημα, ή κέρδος αρχ. μσν. ο απρόσιτος μσν. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀπρόσοδον η μη παροχή προσόδων …   Dictionary of Greek

  • απρόσοδος — η, ο αυτός που δε φέρνει εισόδημα, πρόσοδο: Το χτήμα αυτό είναι εντελώς απρόσοδο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπρόσοδον — ἀπρόσοδος without approach masc/fem acc sg ἀπρόσοδος without approach neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπρόσοδα — ἀπρόσοδος without approach neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπρόσοδοι — ἀπρόσοδος without approach masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οδός — Ο όρος υποδηλώνει συνοπτικά μία ζώνη εδάφους η οποία έχει προετοιμαστεί κατάλληλα για να διευκολύνει τη μεταφορά πεζών και οχημάτων και για να εξυπηρετεί τις μεταφορές και τη συγκοινωνία μεταξύ των διάφορων σημείων μιας περιοχής ή ενός οικισμού.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»